Η Καρδαμύλη, έδρα του Δήμου Δυτικής Μάνης, είναι ένα παραθαλάσσιο χωριό, το οποίο απέχει 38χλμ. ΝΑ της Καλαμάτας. Έχει χαρακτηριστεί από το Υπουργείο Πολιτισμού ως τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους γιατί αποτελεί ένα αξιόλογο φυσικό τοπίο με πλούσια βλάστηση μέσα στο οποίο εντάσσονται χαρακτηριστικά δείγματα της εξέλιξης της μανιάτικης κατοικίας και ως ιστορικό τοπίο, λόγω της σημασίας που έχει για την ιστορία της αρχιτεκτονικής και γενικότερα για την ελληνική ιστορία, επειδή η γη της, κατοικούμενη από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι σήμερα, είναι πλούσια σε μνημεία όλων των εποχών και η ιστορία της πλούσια σε γεγονότα. Λίγα μόλις μέτρα χωρίζουν την παλιά πόλη από τη νεότερη.

Το όνομα “Καρδαμύλη” αναφέρεται για πρώτη φορά στα χρόνια του Ομήρου και αναφέρεται στην Ιλιάδα (Ι 150) ως πρώτη από τις “επτά ευνομούμενες και καλώς κατοικούμενες πόλεις” που ο Αγαμέμνονας θα έδινε προίκα στον Αχιλλέα αν νυμφευόταν μια από τις κόρες του. Αργότερα ονομάστηκε “Σκαρδαμούλα”, ενώ τα τελευταία χρόνια επικράτησε πάλι το αρχαίο όνομα.

την Καρδαμύλη, κατέφυγαν πρόσφυγες από το Μυστρά, μετά την καταστροφή του το 1460 (οι οποίοι κατέφυγαν σε σπηλιές εξού και το όνομα Τρουπάκηδες), ενώ σε αυτήν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μαζί με άλλους Μανιάτες οπλαρχηγούς, σχεδίασαν την επανάσταση του 1821.

Κάτω από το μεσαιωνικό κάστρο του 12ου αιώνα και κοντά στην επάνω Καρδαμύλη, βρίσκονται οι Ελληνιστικοί θαλαμοειδείς τάφοι «Διοσκούρων», χαρακτηρισμένοι ως Ιστορικό Διατηρητέο Μνημείο, με απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού. Εξαιρετικά αξιόλογο είναι το Οχυρό συγκρότημα των Μούρτζινων – Τρουπάκηδων, το οποίο δωρήθηκε το 1967 στο Ελληνικό Δημόσιο από τις ιδιοκτήτριές του Μαρία και Ελένη Μπουκουβαλέα, κληρονόμους των Μούρτζινων, προκειμένου να στεγάσει Κλασικό, Βυζαντινό και Λαογραφικό Μουσείο. Το 1994 κηρύχθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.Το 2000 ξεκίνησε η διαδικασία παραχώρησης στο ΥΠΠΟ της κατοχής, χρήσης και διαχείρισης του συγκροτήματος. Το χρονικό διάστημα 1999 – 2004 ολοκληρώθηκε η αποκατάσταση τμήματός του που περιλαμβάνει την τριώροφη οχυρωμένη κατοικία και τα προσκτίσματά της και η μετατροπή του σε Μουσείο.

Το Υπουργείο Πολιτισμού, έχει χαρακτηρίσει – με αποφάσεις του – ως Ιστορικά Διατηρητέα Μνημεία, τα εξής:
Βάρδια (Παρατηρητήριο) Δημητρέων, Ναό Αγίου Ιωάννη, Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου και Οχυρό Συγκρότημα, Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρος, Ιερό Ναό Αγίας Σοφίας, Ιερό Ναό Αγίου Σπυρίδωνος, Καμάρα – Δεκούλου, Ιερό Ναό Αγίων Θεοδώρων, Αρχαία Λατομεία, Οικία Πατριαρχέα (Καταραχέα), Ναό Αγίου Δημητρίου, Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου (σημερινός ενοριακός), Πυργόσπιτο Κωστοπούλου, Πυργόσπιτο Λυμπερέα, Πυργόσπιτο Πατριαρχέα, Πυργόσπιτο Φουντέα, Αρχαία Ακρόπολη, Πυργόσπιτο Πετρέα, Κοιμητηριακό Ναό Αγίων Θεοδώρων, Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου, Ιερά Μονή Φανερωμένης, Ιερά Μονή Καράβελη ή Στριτιτσίου.

 

Πηγή

Η Στούπα Μεσσηνίας είναι οικισμός που υπάγεται στο Δήμο Δυτικής Μάνης. Πρότερα ανήκε στο Δήμο Λεύκτρου μέχρι την εφαρμογή του προγράμματος Καλλικράτης το 2010. Απέχει 45 χλμ. από την Καλαμάτα και βρίσκεται μετά την Καρδαμύλη. Είναι γνωστός τουριστικός προορισμός εξαιτίας των παραλιών της Καλόγρια και Στούπα, αλλά κυρίως λόγω του βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», που έγραψε την περίοδο που έμενε στην περιοχή.

Υπάρχουν δύο εκδοχές σχετικά με την ονομασία της. Η πρώτη αναφέρει πως οφείλεται στην διαδικασία της επεξεργασίας των δεματιών λιναριού (Στουπιά) στις θαλασσινές λακκούβες της παραλίας του χωριού, από τους κατοίκους της και από κατοίκους γειτονικών χωριών. Η δεύτερη πως το όνομα προέρχεται από την αραβική λέξη «Στούπα» που σημαίνει παραλία ή γιαλός.

Ο οικισμός είναι νέος. Είναι χτισμένος στους πρόποδες του Ταΰγετου, σε περιοχή που παλιότερα ήταν γνωστή με την ονομασία «Ποταμός» εξαιτίας του ποταμού Δράκου ή Δρακολάγκαδου που κατά την χειμερινή περίοδο καταλήγει στην παραλία της Στούπας. Τον υπόλοιπο καιρό ρέει υπογείως. Επίσης οι δύο μικροί ποταμοί Αγία Παρασκευή και Λυγιά ρέουν συνεχώς και είναι ορατοί στην αμμουδιά της παραλίας. Χαρακτηριστικός είναι και ο βράχος που ονομάζεται Στούπα, καθώς και ένα σύνολο υφάλων και σκοπέλων που είναι γνωστό σαν «του Ποταμού οι ξέρες». Οι ακρογιαλιές της περιοχής Καλόγρια, Αυλοί, Στούπα, Χαλικούρα κ.λπ. ενδείκνυνται για τουρισμό, ενώ παλαιότερα οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών πήγαιναν για να προμηθευτούν πόσιμο νερό, για να πλύνουν, για ψάρεμα αλλά και για να επεξεργαστούν τα λούπινα. Στα βράχια της Καλόγριας αναβλύζει νερό από πηγή που πηγάζει στον Ταΰγετο, όπου κανείς μπορεί να κάνει μπάνιο.

Ο Νίκος Καζαντζάκης έμεινε δύο χρόνια, κατά την περίοδο 1917-1918, σε σπίτι που νοίκιασε στην παραλία της Καλόγριας. Εκεί έγραψε το βιβλίο του «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», τοποθετώντας τον ήρωά του Γιώργο Ζορμπά στο λιγνιτορυχείο της Πραστοβάς, περιοχής που βρίσκεται ανάμεσα στη Στούπα και το νέο Προάστιο. Ο συγγραφέας μαζί με τον Γιώργο Ζορμπά, που στο βιβλίο του ονομάζεται «Αλέξης», δούλευαν μαζί στο ορυχείο. Στο χωριό υπάρχει προτομή του Καζαντζάκη, ενώ πριν από την είσοδο για τον οικισμό και αριστερά του κεντρικού δρόμου βρίσκεται το εγκαταλελειμμένο ορυχείο της Πραστοβάς. Το μικρό σπίτι στο οποίο διέμενε, στην δεξιά πλευρά της παραλίας, διατηρείται έως και σήμερα. Στο νότιο ακρωτήριο του κόλπου υπάρχει η σπηλιά του Καζαντζάκη όπου έγραψε το έργο του και που είναι προσβάσιμη από θάλασσας κολυμπώντας ή με βάρκα. Το ορυχείο της Πραστοβάς έκλεισε το καλοκαίρι του 1918. Εξαιτίας της μεγάλης επιτυχίας του βιβλίου του Καζαντζάκη πολλοί τουρίστες, τόσο Έλληνες όσο και αλλοδαποί, επισκέπτονται την περιοχή.

Στο χωριό Λεύκτρο, ανατολικά της Στούπας, υπάρχει κάστρο που σύμφωνα με τον Παυσανία υπήρχε ο ναός της Αθηνάς με το άγαλμά της. Την περίοδο της Φραγκοκρατίας το κάστρο ανοικοδομήθηκε και του αποδόθηκε το όνομα Beaufort, που σημαίνει «ωραίο κάστρο». Το ορυχείο της Πραστοβάς στο Νέο Προάστιο, όπου δούλεψαν ο Νίκος Καζαντζάκης με τον Αλέξη Ζορμπά είναι προσβάσιμο επίσης στους τουρίστες. Οι ορεινές διαδρομές του Ταΰγετου, των φαραγγιών του Βυρού, της Νούπαντης και της Κοσκάργας ενδείκνυνται για ποδηλασία, πεζοπορία και ορειβασία. Η περιοχή είναι ανεπτυγμένη τουριστικά με πληθώρα παροχής υπηρεσιών και δραστηριοτήτων.

 

Πηγή

Η Μάνη είναι ιστορική περιοχή της Πελοποννήσου που εκτείνεται στη χερσόνησο του Ταϋγέτου.

Γεωγραφικά η κυρίως Μάνη ή Μέσα Μάνη, όπως ονομάζεται τοπικά, ορίζεται από τον αυχένα του Ταΰγετου Σαγιά και καταλήγει στο Ακρωτήριο Ταίναρο. Η Μέσα Μάνη διακρίνεται με βάση την κατά μήκος κορυφογραμμή στην Ανατολική Μάνη ή προσηλιακή Μάνη, που βλέπει προς το Λακωνικό Κόλπο και στη Δυτική Μάνη ή απόσκερη ή αποσκιερή Μάνη, που βλέπει στο Μεσσηνιακό Κόλπο. Βορειότερα της Δυτικής Μάνης, δηλαδή από την περιοχή της Καρδαμύλης, βρίσκεται η Μεσσηνιακή Μάνη, ή όπως την αποκαλούν τοπικά η Έξω Μάνη. Ο διαχωρισμός αυτός διακρίνεται και στα επίθετα των κατοίκων, όπου της μεν Λακωνικής Μάνης καταλήγουν σε -άκος και στη Μεσσηνιακή Μάνη σε -έας.

Η περιοχή της Μάνης περιλαμβάνει τις άλλοτε επαρχίες του Γυθείου και Οιτύλου της Λακωνίας. Η συνολική της έκταση φθάνει τα 1800 τ.χλμ. επί συνολικού μήκους 75 χλμ. και μέγιστου πλάτους 28 χλμ. που καταλήγει στο Ακρωτήριο Ταίναρο, με σπονδυλική στήλη το όρος Ταΰγετος και ψηλότερη κορυφή τον Προφήτη Ηλία (2.404 μ.). Ο συνολικός πληθυσμός της το 1961 έφθανε τους 20.300 κατοίκους, που ζούσαν σε 150 περίπου οικισμούς.

Σήμερα, μετά τη διοικητική αναδιοργάνωση Καλλικράτης (2011), η περιοχή της Μάνης αποτελείται από τους δήμους Δυτικής Μάνης, με έδρα την Καρδαμύλη, και Ανατολικής Μάνης, με έδρα το Γύθειο και ιστορική έδρα την Αρεόπολη.

Ο δήμος Δυτικής Μάνης ανήκει στην Π.Ε. Μεσσηνίας (πρώην νομό Μεσσηνίας) και προέκυψε από τη συνένωση των (καποδιστριακών) Μεσσηνιακών δήμων Λεύκτρου και Αβίας. Ο δήμος Ανατολικής Μάνης ανήκει στην Π.Ε. Λακωνίας (πρώην νομό Λακωνίας) και προέκυψε από τη συνένωση των Λακωνικών δήμων Σμήνους, Γυθείου, Οιτύλου και Ανατολικής Μάνης.

Σύμφωνα με αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή, η Μάνη ήταν κατοικημένη από την παλαιολιθική εποχή. Τα ευρήματα στο Σπήλαιο Απήδημα και ο “Ταινάριος άνθρωπος” έχουν αυξήσει κατακόρυφα το επιστημονικό ενδιαφέρον για την περιοχή. Για πρώτη φορά συναντάμε αναφορές σε πόλεις της περιοχής (Καρδαμύλη, Οίτυλος, Γύθειον, Ενόπη κ.α.) από τον Όμηρο.

Οι πρώτοι κάτοικοι, κατά τον περιηγητή Παυσανία, ήταν οι Λέλεγες. Ακολούθησαν οι Αχαιοί και οι Δωριείς. Για τους επόμενους αιώνες η ιστορία της Μάνης ταυτίστηκε με τη Σπάρτη. Στα ρωμαϊκά χρόνια αποτέλεσε ιδιαίτερη ομοσπονδία, «το Κοινό των Λακεδαιμόνιων». Στα βυζαντινά χρόνια, κατά τον αποικισμό των Σλάβων στην Πελοπόννησο τον 8ο μ.Χ. αιώνα, εγκαταστάθηκαν Σλάβοι γύρω απ’ τη Μάνη και κυρίως στις πλαγιές του Ταΰγετου. Οι Μανιάτες έγιναν χριστιανοί στα μέσα του 9ου αιώνα, όταν ήρθε ο Νίκων ο Μετανοείτε για να τους σταθεροποιήσει την πίστη στο χριστιανισμό. Με την πάροδο του χρόνου, με την επίδραση της χριστιανικής θρησκείας και κυρίως με την επικοινωνία και επιμειξία των σλάβικων χωριών με τους Έλληνες κατοίκους, μετά τον εκχριστιανισμό συνετελέσθη και ο εξελληνισμός αυτών. Στους αιώνες που ακολουθούν οι κάτοικοι της περιοχής αποσύρονται στα ορεινά του Ταϋγέτου, όταν οι Άραβες σπέρνουν τον τρόμο στα ελληνικά παράλια.

Αργότερα οι Φράγκοι δυσκολεύτηκαν να υποτάξουν τους Μανιάτες, και τελικά την υπέταξαν χτίζοντας τρία φρούρια: του Πασσαβά, της Μεγάλης Μάνης και του Λεύκτρου, για να εξασφαλίσουν τη γενική επίβλεψη της περιοχής. Μετά την πτώση των Βιλλαρδουΐνων, η Μάνη αποτέλεσε περιοχή του δεσποτάτου του Μυστρά, του κράτους των Παλαιολόγων. Η φραγκική κατάκτηση της Πελοποννήσου το 13ο αιώνα φέρνει στα βουνά της Μάνης κι άλλους πρόσφυγες. Την ίδια επίσης εποχή αλλά και τα επόμενα χρόνια οι πειρατές έβρισκαν καταφύγιο στις ακτές της Μάνης.

Αμέσως μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, η Μάνη έγινε το επίκεντρο σημαντικών γεγονότων. Το Μάιο του 1460, που ο Μωάμεθ ο Β’ μπήκε στην Πελοπόννησο, γνωρίζοντας τον ιδιότυπο χαρακτήρα των Μανιατών δεν εξεστράτευσε εναντίον τους, αλλά προσπάθησε να προσεταιριστεί τον αρχηγό τους, Κροκόδειλο Κλαδά, για να έχει τη στήριξή του στην προδιαγραφόμενη σύρραξη μεταξύ Τούρκων και Ενετών. Οι Μανιάτες απόκρουσαν τις προσφορές του Τούρκου κατακτητή και συμμάχησαν με τους Ενετούς.

Η Μάνη δεν υποτάχθηκε άμεσα στους Οθωμανούς καθώς οι τελευταίοι υπολόγισαν το κόστος της καθυπόταξής της δυσβάστακτο σε σχέση με τα οικονομικά και άλλα οφέλη που θα μπορούσε η περιοχή να προσφέρει. Παράλληλα, το απρόσβλητο της περιοχής έκανε πολλούς κατοίκους από τουρκοκρατούμενες περιοχές να καταφεύγουν στη Μάνη.

Κατά τη β΄ Τουρκοκρατία της Πελοποννήσου, η γεωγραφική απομόνωση της περιοχής, σε συνδυασμό με τη βοήθεια που προσέφεραν οι Μανιάτες στις οθωμανικές δυνάμεις κατά τον Ζ΄ Βενετουρκικό πόλεμο, εξασφάλισαν ειδικά προνόμια στη Μάνη[29]. Μετά τα Ορλωφικά η περιοχή αποκόπηκε διοικητικά από την υπόλοιπη Πελοπόννησο, υπήχθη στη δικαιοδοσία του Καπουδάν πασά[30] και αναγνωρίστηκε ως μπεηλίκι.

Στον απελευθερωτικό αγώνα η Μάνη πρόσφερε πάρα πολλά. Η Φιλική Εταιρεία θεωρούσε τη Μάνη ως την πιο ασφαλή αφετηρία για τον ξεσηκωμό και τα γεγονότα δεν τη διέψευσαν. Ιστορική είναι η μάχη της Βέργας[31], όπου ο Ιμπραήμ χάνει τα δύο τρίτα του στρατού του, ενώ τον κατατροπώνουν και οι γυναίκες του Δυρού, που αμυνόμενες με δρεπάνια και ξύλα ματαιώνουν την προσπάθειά του για απόβαση.

Μετά την ηρωική περίοδο της επανάστασης του 1821, στις προσπάθειες του Ιωάννη Καποδίστρια και του Όθωνα να ανασυντάξουν σε ενιαίο κράτος τις απελευθερωμένες περιοχές, οι Μανιάτες αντιστέκονταν στο να υποταχθούν στην κυβέρνηση του ελληνικού κράτους, αντιδρώντας στο διοικητικό σύστημα πού επιβλήθηκε. Η αντίδραση τους αυτή εκδηλώθηκε ένοπλα, και σημαδεύτηκε με τη δολοφονία του Καποδίστρια από τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, γιο του οπλαρχηγού και ηγεμόνα της Μάνης Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Οι τελευταίες ταραχές έγιναν το 1862-63. Στα επόμενα χρόνια επικράτησε μια προσπάθεια συμβιβασμού και η Μάνη ειρήνευσε.

Πηγή